Ενεργειακός καθαρισμός κρυστάλλων

Ενεργειακός καθαρισμός κρυστάλλωνΟ καθαρισμός των κρυστάλλων αποτελεί ένα ζήτημα για το οποίο συναντάμε πολλών ειδών πληροφορίες και απόψεις, συχνά ημιτελείς ή και σε κάποιες περιπτώσεις αντικρουόμενες μεταξύ τους. Κάποιοι διαφωνούν ως προς το πότε και πού είναι πιο αποδοτικό να εκθέτονται οι κρύσταλλοι, στον ήλιο ή στη σελήνη, κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι μερικοί κρύσταλλοι δεν χρειάζονται καν καθαρισμό, άλλοι τους καθαρίζουν πολύ συχνά ή με πολλούς τρόπους «για να είναι σίγουροι» κτλ. Είναι λογικό λοιπόν να προκαλείται μπέρδεμα όταν γινόμαστε αποδέκτες πολλών αποσπασματικών ή και αντιφατικών πληροφοριών.

Ίσως ο κυριότερος λόγος για τον οποίο υπάρχει αυτή η σύγχυση είναι το γεγονός ότι, όπως σε πολλά εξειδικευμένα θέματα, η πραγματική και ουσιαστική γνώση έρχεται μέσα από την τριβή με το εκάστοτε αντικείμενο, μέσα από την ενασχόληση και την επαφή μας με τους κρυστάλλους. Είναι λογικό ότι οι εμπειρίες που αποκομίζουμε από την πρακτική και τους πειραματισμούς μας παίζουν καθοριστικό ρόλο στην άποψη που θα σχηματίσουμε γύρω από το θέμα, η οποία μάλιστα ίσως να μην παραμένει σταθερή στον άξονα του χρόνου.

Ως εκ τούτου, ακολουθούμε κάποιες «πρότυπες» και βασικές μεθόδους καθαρισμού, τις οποίες μπορούμε να εξελίξουμε ή και να τις παραλλάξουμε, αν μέσα από τις εμπειρίες μας με τους κρυστάλλους το κρίνουμε σκόπιμο. Οι ίδιοι οι κρύσταλλοι μπορούν να μας καθοδηγήσουν προς αυτή την κατεύθυνση, αρκεί να μάθουμε να τους «ακούμε».

Συχνά γίνεται λόγος για «μικρούς» και «μεγάλους» καθαρισμούς, ως ένα είδος διαχωρισμού των διάφορων μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τον καθαρισμό των κρυστάλλων και των ορυκτών. Φυσικά δεν υπάρχει κάποιος ξεκάθαρος διαχωρισμός καθώς ο καθένας κρίνει με τα δικά του κριτήρια και τη δική του εμπειρία αυτές τις μεθόδους. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές ένας «μεγάλος» καθαρισμός αφορά τον «βαθύ» καθαρισμό ενός κρυστάλλου σε ενεργειακό επίπεδο (με όρους πληροφορικής θα μπορούσαμε να το θέσουμε ως ένα «reset» στον κρύσταλλο), ενώ ο μικρός καθαρισμός συνίσταται περισσότερο στην αποφόρτιση και την ανανέωση της ενέργειας ενός κρυστάλλου.

Για να γίνει πιο κατανοητό, ας πούμε πως ένας «μεγάλος» καθαρισμός πρέπει να γίνεται όταν αγοράζουμε έναν κρύσταλλο ή γενικότερα όταν τον χρησιμοποιούμε για πρώτη φορά, ενώ ένας «μικρός» καθαρισμός αρκεί για κάποιον κρύσταλλο που φορούσαμε κατά τη διάρκεια της ημέρας όταν τον  βγάζουμε για να πάμε για ύπνο, ή για κάποιον κρύσταλλο που χρησιμοποιήσαμε σε κάποια θεραπευτική συνεδρία.

Οι πιο συνηθισμένες μέθοδοι «μεγάλου» καθαρισμού είναι η εναπόθεση των κρυστάλλων σε κάποιο γυάλινο μπωλ με νερό και αλάτι, και η εναπόθεσή τους στο φως του ήλιου. Συνήθως ακολουθούνται και οι δύο μέθοδοι διαδοχικά.

Στην πρώτη περίπτωση τοποθετούμε τον κρύσταλλο ή τους κρυστάλλους (δεν υπάρχει περιορισμός στην ποσότητα, μπορούμε να καθαρίσουμε παράλληλα όσους κρυστάλλους θέλουμε) μέσα σε ένα μπωλ με αλατόνερο. Κάποιοι προτιμούν το θαλασσινό νερό, άλλοι προτιμούν το νερό της βρύσης με θαλασσινό αλάτι και κάποιοι άλλοι τοποθετούν χοντρό ορυκτό αλάτι μέσα στο μπωλ, το οποίο σταδιακά διαλύεται στο νερό. Ό,τι και να επιλέξει ο καθένας, λειτουργεί. Κάποιοι βέβαια μπορεί να αποφεύγουν το θαλασσινό νερό λόγω της μόλυνσης στη θάλασσα, κάποιοι άλλοι μπορεί να λένε ότι το ορυκτό αλάτι δεν είναι τόσο καλό όσο το θαλασσινό και άλλοι μπορεί να έχουν την αντίθετη άποψη, αλλά η ουσία είναι πως όλοι οι τρόποι μπορεί να είναι εξίσου λειτουργικοί. Έτσι κι αλλιώς, οι παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή μας είναι πολλοί, από το βαθμό εμπειρίας μας μέχρι την ποιότητα της θάλασσας που βρίσκεται πιο κοντά μας (για κάποιον που μένει κοντά στον Θερμαϊκό κόλπο για παράδειγμα, είναι λογικό να προτιμήσει το ορυκτό αλάτι ή το θαλασσινό αλάτι του εμπορίου με νερό της βρύσης).

Αφήνουμε τους κρυστάλλους για μερικές ώρες μέσα στο αλατόνερο (το πολύ μια ημέρα), μέχρι να αισθανθούμε πως έχουν καθαρίσει. Καλό είναι το γυάλινο μπωλ που θα χρησιμοποιήσουμε να είναι στρογγυλό και να μην έχει σχέδια πάνω του (το νερό τείνει να αφομοιώνει τους αρχετυπικούς συμβολισμούς αυτών των σχεδίων).  Στη συνέχεια τους ξεπλένουμε και τους τοποθετούμε στον ήλιο κατά τις ώρες που βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο του (μεσημέρι) και για όσο αισθανόμαστε ότι χρειάζεται (το πολύ τρεις μέρες).

Είναι λογικό ότι δεν χρειάζονται όλοι οι κρύσταλλοι τον ίδιο χρόνο για να καθαρίσουν, αλλά αυτή η παρατήρηση εξαρτάται και από την ικανότητά μας να διακρίνουμε πότε έχει καθαρίσει ένας κρύσταλλος, ικανότητα που φυσικά αναπτύσσεται με τον καιρό και σε συνδυασμό με το πόσο ασχολούμαστε (και πόσο ανοιχτοί είμαστε όταν ασχολούμαστε) με τους κρυστάλλους.

Επίσης, ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που πρέπει να έχουμε υπόψιν μας είναι ότι μερικοί κρύσταλλοι ή ορυκτά όπως ο Σελενίτης, το τυρκουάζ, το κεχριμπάρι, ο μαλαχίτης (και ο αζουρομαλαχίτης), το μαργαριτάρι κ.α.καταστρέφονται όταν μπαίνουν στο νερό, λόγω της χημικής τους σύστασης. Αυτούς τους κρυστάλλους συνήθως τους καθαρίζουμε με σκέτο αλάτι, με το οποίο τους καλύπτουμε εντελώς. Μια άλλη μέθοδος είναι να τους τοποθετήσουμε σε ένα μικρό, άδειο μπωλ το οποίο με τη σειρά του το βάζουμε μέσα σε ένα μεγαλύτερο μπωλ με αλατόνερο, έτσι ώστε οι κρύσταλλοι να περικλείονται από αλατόνερο αλλά ταυτόχρονα να παραμένουν στεγνοί.

Άλλοι κρύσταλλοι όπως ο αμέθυστος, ο φθορίτης, ο ροζ χαλαζίας κ.α. δεν επιδέχονται μεγάλης έκθεσης στον ήλιο διότι αλλοιώνεται το χρώμα τους και η λαμπερότητά τους (ωστόσο δεν χαλάνε). Κάποια άλλα ορυκτά όπως ο αστροφιλήτης, δεν ανέχονται το αλάτι. Όπως και να 'χει, οι παραπάνω μέθοδοι μαζί με τις παραλλαγές τους, καλύπτουν όλο το φάσμα των κρυστάλλων όσον αφορά τον καθαρισμό τους. Αυτό που έχει σημασία είναι να δρούμε συνειδητά ως προς αυτό που κάνουμε, να σεβόμαστε τους κρυστάλλους όπως θα σεβόμασταν κάθε ζωντανό οργανισμό και να  θέτουμε τη βούλησή μας στην κατεύθυνση του σκοπού για τον οποίον εργαζόμαστε.

Άλλη μια καλή μέθοδος που χρησιμοποιείται τόσο για «μεγάλους» όσο και για «μικρούς» καθαρισμούς και ενδείκνυται για όλους τους κρυστάλλους είναι η χρήση εξαγνιστικών βοτάνων ως θυμιάματα, με τα οποία «λιβανίζουμε» τους κρυστάλλους ή τα ορυκτά μας.